ΝΙΤΣΕ Η τραγική ζωή μιας μεγαλοφυίας

×

Μήνυμα σφάλματος

Deprecated function: The each() function is deprecated. This message will be suppressed on further calls στην menu_set_active_trail() (γραμμή 2404 του /home/gr295815/public_html/books-110gr/includes/menu.inc).
Συγγραφέας: 
Διαθέσιμο: 
Τιμή σε ευρώ: 
18.00
Vote: 
No votes yet

Περιγραφή:
Η προσωπογραφία του Ρόναλντ Χέυμαν είναι μια διαυγής και διεισδυτική ανάλυση της προσωπικής και φιλοσοφικής εξέλιξης του Νίτσε. Η εξερεύνηση του πνεύματος και των κινήτρων αυτής της πολύπλοκης προσωπικότητας αναδεικνύει τη συνοχή πίσω από την ασυνέχεια και τις ολοφάνερες αντιφάσεις της. Αντλώντας από άγνωστο, μέχρι πρόσφατα, υλικό, ο Χέυμαν ρίχνει φως σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής και του έργου του Νίτσε, όπως στις αλλεπάλληλες οδυνηρές κρίσεις που κατέληξαν στην παράνοια, καθώς και στις παρεξηγημένες θεωρίες του για τον Υπεράνθρωπο, τη θέληση για δύναμη και την αέναη επιστροφή.

ΚΡΙΤΙΚΗ

Αφορμή γι αυτές τις γραμμές είναι μια βιογραφία του Νίτσε, που μόλις εκδόθηκε στα ελληνικά. Πρόκειται για το βιβλίο «Φρίντριχ Νίτσε: Η τραγική ζωή μιας μεγαλοφυΐας» του Ρόναλντ Χέιμαν, που συμπεριελήφθη στη σειρά «Βιογραφίες» του Χάρη Βλαβιανού στις εκδόσεις «Νεφέλη» -μας έχουν δώσει και στο παρελθόν αξιολογότατα δείγματα αυτού του είδους. Η μετάφραση -ρέουσα από την πρώτη σελίδα μέχρι την τελευταία- είναι της Μαρίας Αναγνώστου και η επιστημονική επιμέλεια, της υπογράφουσας.

Τι θα διαβάσουμε στη βιογραφία του Νίτσε το αποκαλύπτουμε ήδη από τώρα: πόνο, αρρώστια και αγωνία, αποτυχία, προσπάθεια, κατανίκηση του εαυτού. Και από την άλλη, εκείνα τα άγρια κύματα μελαγχολίας... Ομως, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Νίτσε, βέβαια, δεν χρειάζεται παρουσίαση. Αν πρέπει όμως να τον χαρακτηρίσουμε, θα πούμε ότι είναι ο μόνος φιλόσοφος που ξεπέρασε τα όρια της φιλοσοφίας και άγγιξε αυτά της ζωής, κάτι που δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αρέσει σ εμάς τους ανήκοντες επαγγελματικά στο χώρο της φιλοσοφίας. Ο Νίτσε εγκαινίασε μια κατηγορία φιλοσόφων στην οποία ακόμη δεν βρέθηκε δεύτερος. Είναι ο φιλόσοφος εκείνος που διαβάζεται από τον «απλό» άνθρωπο, από αυτόν που δεν γνωρίζει τα βαθιά φιλοσοφικά προβλήματα, είναι αυτός που διαβάζεται από αυτόν που έχει ανάγκη να διαβάσει για να σωθεί. Πόσοι και πόσοι άνθρωποι δεν διάβασαν Νίτσε, όταν βρέθηκαν σε μια δύσκολη κατάσταση, όταν χρειάστηκαν μια βοήθεια να τους εκτινάξει πίσω πάλι στον εαυτό τους ή, τις περισσότερες φορές, πολύ ψηλότερα από τον παλιό/παλιωμένο πια εαυτό τους. Οταν άνθρωποι ένιωσαν τον εαυτό τους να είναι μόνο ένας αντίπαλος, όπως τόσοι άλλοι αντίπαλοι, όταν άνθρωποι δίχασαν την ψυχή τους και έστρεψαν τη μισή ψυχή εναντίον της άλλης μισής, μερικοί είχαν ανάγκη τον Νίτσε για να πιστέψουν ότι θα τα καταφέρουν.

Και όμως ο Νίτσε, που τον έχουν κάνει δικό τους τόσοι άνθρωποι σ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, σ εμάς στη φιλοσοφία μάς δημιουργεί πρόβλημα. Πώς να πλησιάσουμε αυτή τη φιλοσοφία που ξεφεύγει από τα όρια της φιλοσοφίας ή που επανατοποθετεί τα όριά της; Εδώ λοιπόν οι φιλόσοφοι χωρίστηκαν. Η μια ομάδα, με επικεφαλής τον Καρλ Γιάσπερς, είναι κατηγορηματική: η φιλοσοφία του Νίτσε μόνο μέσα από τη ζωή του μπορεί να γίνει προσπελάσιμη. Γιατί; Μα διότι αυτό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη σκέψη του είναι το βίωμα που είχε του να είναι εξαίρεση, περιθώριο. Εξαιτίας ή χάρη σ αυτό το βίωμα μπόρεσε ο Νίτσε να κινήσει γη και ουρανό, να μετακινήσει τον κόσμο. Ηταν σαν να έβγαινε από έναν ακατοίκητο τόπο, ακόμη και για τους φίλους του. «Δος μοι πα στω και ταν γαν κινάσω», έλεγε ο Αρχιμήδης. («Δος μου μέρος να σταθώ και τη γη θα κινήσω».) Ε, λοιπόν, ο Νίτσε βρήκε αυτό το σημείο εκτός γης και στάθηκε, και τη γη εκίνησε. Μόνο επειδή βρέθηκε αποκομμένος από εξωτερικά σημεία αναφοράς, από οικογένεια, σπίτι, δουλειά, μαθητές, φίλους, γυναίκες... μπόρεσε να αποκοπεί -και να ασκήσει δρυμύτατη κριτική- σε πατρίδα, θρησκεία, φιλοσοφία, ηθική, κοινωνία και, τελικά, σ ολόκληρο τον πολιτισμό του. Η πολύ μεγάλη μυωπία του, το δίχως άλλο πρώτα εκείνη, τον απέκοψε μια για πάντα από τον εξωτερικό κόσμο, ρίχνοντάς τον μεμιάς στα κατάβαθα του εαυτού του. Οσο περισσότερο βυθιζόταν στον εαυτό του τόσο περισσότερο κατέφευγε στο υψόμετρο για να απομονωθεί από τους ανθρώπους: «Αύγουστος 1881. [...] 6.000 πόδια πέρα από τον άνθρωπο και τον χρόνο», σημειώνει.

Στον αντίποδα βρίσκεται η άλλη ομάδα, με προεξάρχοντα τον Χάιντεγκερ: η ζωή κάποιου δεν είναι ποτέ σε θέση να ερμηνεύσει το μυαλό του, να γίνει δηλαδή η αιτία των σκέψεών του, αιτιακή σχέση δεν ενώνει ποτέ σκέψη και ζωή. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τη ζωή του Νίτσε, που έχει πολύ περισσότερες μάσκες από τη φιλοσοφία του, συμπληρώνει ο Φινκ.

Το βιβλίο του Ρόναλντ Χέιμαν «Φρίντριχ Νίτσε: Η τραγική ζωή μιας μεγαλοφυΐας» έρχεται να απαντήσει αποφασιστικά και στις δύο θέσεις. Αν η ζωή του Νίτσε έχει πράγματι εισχωρήσει στη σκέψη του, ορίστε η ζωή του ανάγλυφη, λεπτό προς λεπτό, βιβλίο προς βιβλίο, για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις να γίνει κτήμα μας η σκέψη του. Αν η ζωή του Νίτσε είναι εκείνη η απροσπέλαστη, ορίστε λοιπόν το ξεδίπλωμα όλης της ζωής του, έτσι ώστε να έρθουν σ επαφή με το φως τα σκοτεινά σημεία, έτσι ώστε να εντοπιστούν κάποιες, λίγες, αλλά κάποιες, μάσκες, που θα κρύβουν κάποιες άλλες μάσκες. Αν η ζωή του Νίτσε είναι ακατάλληλη γιατί είναι διπλοκλειδωμένη, ορίστε λοιπόν τα εντόσθια της κλειδαριάς, ορίστε και μύρια αντικλείδια για να μπορέσετε να διεισδύσετε μέσα της. Ο Χέιμαν διεισδύει στην αλληλογραφία του Νίτσε και την κάνει φύλλο και φτερό.

Ο αναγνώστης, όμως, που θα περίμενε να διαβάσει άλλο ένα κείμενο λατρείας για τον Νίτσε, θα διαψευσθεί οικτρά. Ο συγγραφέας δεν είναι δικός μας! Δεν πρόκειται για άλλον ένα συνεπαρμένο του Νίτσε. Ο Χέιμαν είναι επαγγελματίας βιογράφος, στέκεται κριτικός, επικριτικός, πολλές φορές σκληρός απέναντι στον Νίτσε. Ο Νίτσε βρίσκεται δηλαδή μέσα σ ένα αφιλόξενο περιβάλλον -ξένος- ακριβώς όπως έζησε. Ο συγγραφέας δεν επεμβαίνει στη ζωή του για να την κάνει πιο όμορφη, πιο ενδιαφέρουσα, πιο κατανοητή, τον παρακολουθεί μόνο από πολύ κοντά όπως παρακολουθεί τον ύποπτο η αστυνομία. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως μαθαίνουμε και την παραμικρή λεπτομέρεια, χιλιάδες μικρολεπτομέρειες της ζωής του Νίτσε. Ο συγγραφέας εντρύφησε ακόμη και σε ιστορικές πηγές, προκειμένου να καταφέρει να αναπλάσει όλο το ιστορικό σκηνικό της Γερμανίας την εποχή εκείνη. Το γράψιμο του συγγραφέα δεν είναι λογοτεχνικό, αλλά επειδή η καθημερινότητα του Νίτσε ξετυλίγεται στιγμή προς στιγμή μπροστά στα μάτια μας, καταφέρνει σιγά σιγά να μας συνεπάρει το έργο του.

Ο αμούστακος Νίτσε (γιατί υπήρξε και τέτοιος), τα πρώτα του θεατρικά έργα και τα πρώτα ποιήματα, οι παρέες του, οι ανησυχίες του καταγράφονται τόσο λεπτομερώς, που το βιβλίο έχει καταφέρει πραγματικά να ενώσει τη μεγαλοφυΐα με τον πολλά υποσχόμενο έφηβο. Ο συγγραφέας έχει βαλθεί να αποκαλύψει τη συνέχεια μέσα από τις ασυνέχειες και τις φαινομενικές αντιφάσεις του Νίτσε. Κανένα στοιχείο δεν θεωρείται ασήμαντο, ανούσιο ή περιττό, όταν είναι να εξυπηρετήσει τον σκοπό του. Ξέρουμε επακριβώς ποια βιβλία διάβαζε ο Νίτσε, τι έτρωγε, πόσο κοιμόταν. Η πρώτη κατανίκηση του εαυτού του θα γίνει ενάντια στον ύπνο, είχε καταφέρει για μεγάλα διαστήματα να τον μειώσει στις 4 ώρες. Τη μέρα του την πέρναγε περπατώντας, έξι με οχτώ ώρες καθημερινά, έγραφε στα όρθια τις σκέψεις που του επετίθεντο στα ξαφνικά, αντίθετα δεν εμπιστευόταν ποτέ αυτές που τον έβρισκαν κλεισμένο στο δωμάτιό του. (Αντί να κάθεται μέσα να διαβάζει, σκεφτόταν -διάβαζε όμως συστηματικά από 12 χρόνων.) Από τις σελίδες αυτής της βιογραφίας ξέρουμε ανά πάσα στιγμή επακριβώς πόσο πόναγε ο Νίτσε. Ο πόνος εμφανίζεται ήδη από την εφηβική του ηλικία και τον ακολουθεί συνεχώς· ποτέ δεν χώρισε ο Νίτσε από τον πόνο, ποτέ δεν παραλείπει ο Χέιμαν να μας πει ότι στο μεταξύ πόναγε ο Νίτσε. Και για τον Βάγκνερ πόναγε ο Νίτσε: όταν πληροφορήθηκε τον θάνατό του, έπεσε άρρωστος στο κρεβάτι για αρκετές μέρες. Οι αιτίες του σπαρακτικού χωρισμού από τον Βάγκνερ νομίζω ότι μέσα από αυτή τη βιογραφία γίνονται πιο διαφανείς.

Διαβάζοντάς την, περιπλανιόμαστε από τόπο σε τόπο, ψάχνοντας μαζί του μέρη με κλίμα τέτοιο που να του δημιουργεί λιγότερο πόνο: άλλαξε 42 φορές σπίτι. Γερμανία, Ελβετία, Γαλλία, Ιταλία, τις γύρισε όλες μόνος του, ταξίδια ακατάπαυστα με το τρένο. Υπέκυπτε σε μια ακατανίκητη ανάγκη του να φεύγει -μόλις ένιωθε ότι άρχιζε να εγκαθίσταται κάπου, ξεκίναγε γι αλλού. Η βαθιά μοναξιά ήταν ο τρόπος ύπαρξης του Νίτσε. Είμαι ένας «fugitivus errans», ένας περιπλανώμενος φυγάς, θα πει. «Αυτός που έχει φθάσει μόνο κατά κάποιον τρόπο στην ελευθερία του νου, δεν μπορεί τίποτα άλλο να αισθανθεί πάνω στη γη παρά σαν περιπλανώμενος και ούτε (μπορεί να αισθανθεί) σαν ταξιδιώτης (που πορεύεται) προς έναν τελευταίο σκοπό: γιατί αυτός δεν υπάρχει», γράφει στο «Ανθρώπινο», υπερβολικά ανθρώπινο. Στα μέρη που έφτανε, τον περίμεναν κάποια απογυμνωμένα δωμάτια, παγερά. «Εδώ, χωρίς σόμπα, ξεπαγιασμένος, με μελανιασμένα χέρια, δύσκολα θα αντέξω για πολύ ακόμα θα αναγκαζόμουν να αγοράσω σόμπα. [...] Η υγεία μου είναι κλονισμένη [...] μια καλή μέρα στις δέκα, ιδού η στατιστική μου, που να την πάρει ο διάβολος! Δεν έχω κανέναν να μου διαβάσει. Κάθε βράδυ θλιμμένος στο χαμηλοτάβανο δωμάτιο, με τα δόντια να χτυπούν, περιμένοντας επί τρεις ή τέσσερις ώρες την άδεια να πέσω στο κρεβάτι». Παράγγειλε στη μητέρα του τη σόμπα κι εκείνη έφτασε τέσσερις μήνες μετά. Δεν διάβαζε ποτέ εφημερίδα, τον ενοχλούσε μάλιστα ιδιαίτερα όλη αυτή η πολιτική βαβούρα που κάνει τόσο σαματά. Στα πρώτα νεανικά του χρόνια πάλευε με τη γραφή, μέχρι να μάθει να γράφει τους ποθητούς αφορισμούς, κι όταν τα κατάφερε πάλευε να βρει εκδότη και αυτιά ικανά να τον ακούσουν. Μετράει ένα ένα τα βιβλία που πουλήθηκαν, δεν θα είναι ποτέ αρκετά. (Στο τέλος, εκδίδει μόνο για να πάρει λίγα αντίτυπα, να τα μοιράσει στους φίλους του.) Τα γράμματά του όλα ανοίγονται για χάρη μας, γνωρίζουμε επακριβώς πότε έγραψε τι και σε ποιον, δεν υπάρχει καμιά πληροφορία που να δίνεται στο περίπου. (Πολύτιμο βοήθημα για τον ερευνητή.) Η πλούσια αλληλογραφία του Νίτσε είναι η απόδειξη των ισχυρών δεσμών φιλίας που είχε και, ταυτόχρονα, αυτής της αστείρευτης μοναξιάς του. Ακόμη κι όταν βρισκόταν περιτριγυρισμένος από κόσμο στα διάφορα ξενοδοχεία, προτιμούσε να τρώει ιδιαίτερο φαγητό, μόνος του, λίγο πριν ανοίξει το εστιατόριο για το κοινό. Αυτός που είδε τους φίλους του έναν έναν να μετατρέπονται σε έναν ογκόλιθο από γράμματα, μέσα από τα γράμματα πάλι μοιράστηκε αυτό που του συνέβη, όταν εκείνη τη μέρα ήρθε η τρέλα και τον πήρε μαζί της... Ολοι τους, ο Φραντς Οβερμπεκ, ο Πέτερ Γκαστ, ο Πάουλ Ντόισεν, ο Γκέοργκ Μπράντες, η Κόζιμα Βάγκνερ, η Μαλβίντα φον Μέιζενμπουγκ, ο Γιάκομπ Μπούρκχαρντ, η Μέτα φον Ζάλις, ο Ερβιν Ρόντε, όλοι, έλαβαν στο πρωινό τους από μια κάρτα της τρέλας, που τους ήταν αφιερωμένη, λίγες μπερδεμένες λέξεις που θα είναι το δικό του βαλς του αποχαιρετισμού. Υπογράφει: «Διόνυσος», αλλού ο «Εσταυρωμένος». Οταν πια χάνει και δεν μπορεί να ξαναβρεί τον εαυτό του, του μένουν στα χέρια, άδειες, μόνο οι μάσκες που τον έκρυβαν.

Σ αυτή την ισόβια αρρώστια τού Νίτσε, που έναν αιώνα τώρα δεν έχει σταθεί δυνατό να γίνει διάγνωση (ή έχουν γίνει τόσες πολλές που είναι το ίδιο), ρίχνει άπλετο φως, δίνοντας άφθονες λεπτομέρειες, ο συγγραφέας. Την παρακολουθεί βήμα βήμα, από τα πρώτα κιόλας εφηβικά της ξεσπάσματα, από τους πονοκεφάλους, τους πόνους στα μάτια, στο στομάχι, τους εμετούς, μέχρι την τελική εκδήλωση της τρέλας και τη σταδιακή παράλυση. Η ουσιαστική συμβολή της βιογραφίας αυτής του Νίτσε νομίζω ότι εντοπίζεται σ αυτήν ακριβώς την εμμονή της. Η εικόνα που επανέρχεται είναι πάντα η ίδια: Ακίνητος για ώρες, για μέρες ολόκληρες στο κρεβάτι του, με κλειστά παντζούρια, κάθε φορά που τον χτύπαγε ο πονοκέφαλος. «Οι πονοκέφαλοι μπορούσαν πλέον να διαρκέσουν εννέα ολόκληρες μέρες, οι διαλέξεις απαιτούσαν τόσο εντατική προσπάθεια, ώστε ορισμένες φορές αναγκαζόταν να περνά την επόμενη μέρα στο κρεβάτι. Οι αλλαγές θερμοκρασίας τον επηρέαζαν άσχημα, και περνούσε πολλές νύχτες άυπνος». Βίωνε κάθε κρίση σαν να ήταν η τελευταία του, κάθε φορά ήταν βαθιά πεπεισμένος πως ο θάνατος τον είχε ζυγώσει για τα καλά και θα ξεψυχούσε στη μέση μιας κρίσης. Και όμως, επέζησε ακόμη και από την τρέλα. Οι μέρες εκείνες που έψαχνε κι έβρισκε μέσα του τόπο να εγκατασταθεί για πάντα η τρέλα δίνονται λεπτό προς λεπτό. Εξετάζονται όλες οι ενδεχόμενες αιτίες και τα συμπτώματά της. Πιο πιθανή παρουσιάζεται η κληρονομική σύφιλη (από τον πατέρα του) παρά η δική του μόλυνση, κατά τη μοναδική επίσκεψή του σε πορνείο, όπου το μόνο που άγγιξε ήταν το πιάνο. (Οπως είναι γνωστό, ελλείπουν οι ερωτικές σχέσεις στη ζωή του Νίτσε.) Η τρέλα όμως δεν μπορεί να έρθει και μόνη της; αναρωτιέται ο βιογράφος του. Γιατί πρέπει πάντα να αναζητούμε μια σύφιλη να τη φέρει μαζί της;

Αλλη μια βασική συνεισφορά του Ρόναλντ Χέιμαν -που τον διαχωρίζει από άλλους βιογράφους του Νίτσε- είναι ότι δεν περιορίζεται να στήσει μια βιογραφία με την έννοια της καταγραφής. Η μάλλον, για να είναι σωστή μια βιογραφία του Νίτσε, ο συγγραφέας θεώρησε ότι έπρεπε να παρακολουθήσει τις περιπλανήσεις του Νίτσε ταυτόχρονα με τις περιπλανήσεις του μυαλού του. Τα έργα του ανατέμνονται και αυτά, με χρονολογική σειρά, έτσι ακριβώς όπως φούντωσαν μέσα στο μυαλό του. Ο Χέιμαν παραδίνεται στους λαβυρίνθους του Νίτσε και επιχειρεί με καίριες τομές να ανασυνθέσει σε λίγες σελίδες βιβλία ολόκληρα. Ανά πάσα στιγμή, είναι έτοιμος να δείξει πώς οι αφορισμοί του πηγάζουν μέσα από την προσωπική του ζωή, πως η γραφή του είναι διάτρητη από τα βιώματά του. Ο Υπεράνθρωπος, η αυτοϋπέρβαση και η κατανίκηση του εαυτού, η βούληση για δύναμη και η μνησικακία, ο Ζαρατούστρα και η αιώνια επιστροφή, ο θάνατος του Θεού και η επανεκτίμηση των αξιών, η αξία και η απαξία της αλήθειας είναι τα ζητήματα που κατά κύριο λόγο προβληματίζουν τον Χέιμαν. (Οι προσεγγίσεις του δεν μας βρίσκουν βέβαια πάντα σύμφωνους· πώς θα γινόταν άλλωστε;) Απειρα τα παραθέματα του Νίτσε κάθε φορά, χαράζουν ένα πανόραμα της σκέψης του που σε καλεί -επιτακτικά, σαγηνευτικά, αθόρυβα- να χαθείς μέσα του. Η βιογραφία του Χέιμαν μας δείχνει λοιπόν εδώ το άλλο της πρόσωπο: είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα εισαγωγή στο σύνολο του έργου του Νίτσε. (Τα παραθέματα από τα βιβλία του Νίτσε μεταφράστηκαν όλα από τα γερμανικά από την υπογράφουσα.)

«Στη Χαρούμενη Επιστήμη, [...] ο Νίτσε φαντάζεται έναν δαίμονα που μας φέρνει τα δυσάρεστα νέα ότι θα πρέπει να τα περάσουμε όλα ακόμα μια φορά και ακόμα αμέτρητες φορές [...] και τίποτα δεν θα είναι καινούργιο, αλλά ο κάθε πόνος και η κάθε ηδονή και η κάθε σκέψη και ο κάθε αναστεναγμός [...] πρέπει να ξανάρχονται [...] και όλα με την ίδια σειρά και ακολουθώντας την ίδια συνέχεια [...]. Η αιώνια κλεψύδρα της ανθρώπινης ύπαρξης θα στριφογυρίζει συνεχώς ξανά και ξανά και μαζί μ αυτήν και και συ, κόκκε της σκόνης! Θα καταριόσουν τον δαίμονα, ρωτά ο Νίτσε, «ή μήπως έχεις ζήσει μια καταπληκτική στιγμή, που θα σε έκανε να του απαντήσεις: "είσαι ένας Θεός και ποτέ μου δεν άκουσα λόγια πιο θεία!"»

Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πως τα τελευταία χρόνια ο Νίτσε απολαμβάνει μιας μεγάλης εκδοτικής παρουσίας στη χώρα μας. «Είμαι ο πρώτος τραγικός φιλόσοφος», μας παραδίδει στο «Ιδέ ο άνθρωπος». Ποιος θα μας απαντήσει, μπαίνουμε σε μια νέα «τραγική εποχή των Ελλήνων» ή βαδίζουμε σε μια καθολική παρανόηση του Νίτσε; Μας είναι απόλυτα εύπεπτος και υπερκαταναλώνουμε Νίτσε; Η μυούμαστε σιγά σιγά, ένας ένας, στην τραγική γνώση; Η αλήθεια είναι ότι οι πραγματικοί αναγνώστες του Νίτσε είναι άνθρωποι που έχουν δοκιμάσει και δοκιμαστεί στον πόνο. Ποιος θα μας απαντήσει, αν τον είχαμε μέσα στα χέρια μας, αν τον είχαμε συναντήσει, αν ήμασταν σύγχρονοι του Νίτσε, θα τον αναγνωρίζαμε; Η θα τον προσπερνάγαμε, όπως οι σύγχρονοί του; Η θα τον απορρίπταμε, όπως οι σύγχρονές του;

Κλείνοντας το βιβλίο, κι ενώ είναι ακόμη ζωντανά μέσα στο μυαλό μας όλη του η ζωή και το έργο του, έχουμε την αίσθηση πως πάλι μας ξέφυγε, πως πάντα κάπου θα μας ξεφεύγει, και τελικά, όσο κι αν τον παρακολουθούμε στενά, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να συλλάβουμε τον περιπλανώμενο φυγάδα Νίτσε.

2016 © books.110.gr